Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Με νοσταλγία για τα ΘΕΟΦΑΝΙΑ -- Φώτης Κόντογλου "Τα φώτα στ΄Αιβαλί"


Στά θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ' από τη Λειτουργία των Θεοφανίων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ' ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.
Ξεκινούσε η συνοδεία από τη μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ' ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουρ­γία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορ­τή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε και κείνοι κάμποσοι κ' οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελ­ληνικά, κι όχι σαν σήμερα πού τρελλαθήκαμε και κάναμε την ψαλ­μωδία μας σαν ανάλατα και ξενικά θεατρικά τραγούδια. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς...

Σαν φτάνανε στ' Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή σάγια εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό. Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου εύρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια πού ήτανε ένα γύρο γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια. Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκότανε ο δεσπότης. Έτσι που ήτανε παραταγμένα τα καΐ­κια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο και κείνα. Αλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό, κ' ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προ πάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.

Σ' αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο, και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στε­ριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα - δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Αυτοί που στεκόντανε ορθοί στην πλώρη, ήτανε ολόγυμνοι, εξόν ένα άσπρο βρακί που φορούσανε σαν πεστιμάλι. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ' αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριχμένες στις πλάτες τις γούνες τους, για να μην παγώσουνε. Ένα - δυο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου - κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα 'ριχνε τον Σταυρό ο δεσπότης.

Ανάμεσα στους γυμνούς ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατης ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας, Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβό - Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου. Ο Γιωργάρας ήτανε μιαν ανθρωπάρα θηρίο, σαν Κουταλιανός, με μουστάκια μαύρα, μ' έναν λαιμό σαν βαρέλι. Είχε δεμένο στο κεφάλι του ένα μαντίλι κ' ήτα­νε ίδιος κουρσάρος. Ακουμπούσε απάνω σ' ένα κοντάρι, λες κ' ήτανε ο Ποσειδώνας ζωντανός. Ο Δημητρός ο Μπούμπας ήτανε ένα άλλο θεριόψαρο, χοντρός και κοντόφαρδος, μαυριδερός σαν Σαρακηνός, και καθότανε ανεκούρκουδος, σκεπασμένος με τη γούνα του, με το μάτι του καρφωμένο στον δεσπότη. Ο Πατσός ο Αράπης, ο λεγόμενος παλαβό - Παρασκευάς, είχε γένεια κατσαρά και κόκκινα και το πετσί του ήτανε από φυσικό του κόκκινο. Στο κορμί ήτανε αντρειωμένος και σβέλτος σαν τζαμπάζης και δεν χαμπάριζε ολότελα από κρύο. Στο σουλούπι ήτανε ίδιος Ρούσος. Αυτός ήτανε ανεβασμένος απάνω στα ξάρτια σε μια μπρατσέρα φουνταρισμένη, και στεκότανε δίχως να σαλέψει, σαν τ' άγαλμα. Μυστήριο πως δεν πάγωνε! O Πέτρος ο Κλόκας ήτανε ο μονάχος που δε φορούσε βρακιά. Αυτός ήτανε ευρωπαϊσμένος, φορούσε στενό πανταλόνι και ναυτικό σκουφί. Στο κορμί ήτανε λιγνός και μάγκας στο σχέδιο. Τα χέρια του τα 'χε μπλεγμένα μπροστά στο στήθος του και σουλατσάριζε απάνω στη βάρκα, ολοένα μιλούσε κ' έκανε και κάμποσα θεατρικά.

Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα, κι ακουγότανε από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κ' οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να 'ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος πού θα 'πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε. Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο δεσπότης, κ' έλεγε: «Γιόλ βέριν εφεντιά!» - δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στον αφέντη!» Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κ' οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε». Στο τέλος το 'ψελνε κι ο δεσπότης κ' έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα. Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το 'να τ' άλλο. Οι πλώ­ρες χτυπούσαμε η μια την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευόντανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κ' η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ' αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν' ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γλήγορα πριν να το δεις.

Αξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένεια κ' ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβό - Παρασκευάς. Με δυο - τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κ' έδωσε τον Σταυρό. Ο δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κ' υστέρα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά. Ο Παρασκευάς θεόγυμνος, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κ' έρριχνε ο κάθε ένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες ολόγυμνος και βρεμένος, με παγωμένο βρακί, μήτε κρύωνε, μήτε κάνε τους ώμους του δεν ανεσήκωνε. Όπως ήτανε κοκκινογένης αστακόχρωμος, έλεγε κανένας πως ήτανε ο Σκύθης Ανάχαρσις, που γύριζε τον χειμώνα γυμνός μέσα στην Αθήνα τα παλιά τα χρόνια, κ' οι Αθηναίοι τον ρωτούσανε γιατί δεν κρυώνει, κι αυτός αποκρινότανε πως όλο το κορμί του είναι σαν το κούτελο, που δεν κρυώνει ποτές.

Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια, που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.
(από το βιβλίο «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου») - πηγή: Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Ο ιδανικός άνθρωπος βρίσκεται μέσα μας

Για λίγο κουράγιο για σας που διαβάζετε πολύ και συχνά βλέπω στα μάτια σας πως χάνετε το θάρρος σας...  για την Γ΄Λυκείου...


«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
»
Κ.Π. Καβάφης

Μέσα μας βρίσκονται οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες όταν ξεκινάμε για την Ιθάκη μας, όταν ξεκινάμε για το θαυμάσιο ταξίδι της ζωής. Μέσα από τη δική μας ψυχή ξεπηδούν 
τα εμπόδια που ανυπέρβλητα φαντάζουν και μας τρομοκρατούν. 
Λαιστρυγόνες ανθρωποφάγοι οι ανασφάλειές μας, Κύκλωπες απειλητικοί τα αρνητικά μας συναισθήματα απαξιώνουν τη μέρα μας. 
Ναι, τη μέρα μας, αφού το ταξίδι αυτήν αφορά. 
Την κάθε μας μέρα που είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. 
Την κάθε στιγμή της ζωής μας που μας καλεί να την απολαύσουμε, 
με τη χαρά ή τη λύπη της, 
με τις αντιξοότητες ή τις ευκολίες. 
Κάθε στιγμή που είναι δική μας, 
μας καλεί να τη ζήσουμε αληθινά 
και ουσιαστικά να την απολαύσουμε.
Σαν βγαίνουμε στον πηγαιμό προς τη δική μας Ιθάκη, 

τα μόνα εμπόδια που θα συναντήσουμε είναι αυτά που εμείς γεννάμε. 
Έχουν τη θλιβερή μορφή του φθόνου, 
την ασχήμια της μιζέριας, 
το γκρίζο χρώμα της απαισιοδοξίας, 
την εφιαλτική φιγούρα της απελπισίας. 
Μέσα μας βρίσκονται τα μυθικά τέρατα που μαυρίζουν τη ζωή μας.
Μέσα μας όμως είναι και η δύναμη να τα αντιμετωπίσουμε. 


Μια απόφαση χρειάζεται. 
Ένα πλατύ χαμόγελο και μια απόφαση. 
Θα χαρώ της ζωής μου το ταξίδι, 
θα πετάξω από μέσα μου φοβίες, 
συμπλέγματα, ανασφάλειες και θα χαρώ. 
Στα δύσκολα θα αντιτάσσω τη θέλησή μου, 
στα άδικα τον ανθρωπισμό μου, 
στα άτιμα την καθαρή μου σκέψη, 
στα άσχημα την ομορφιά του ιδανικού ανθρώπου, 
που σταθερά όλο και σχηματοποιείται μέσα μου.

Ναι, μέσα μας βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός, 

μόνο που τον κρατά σε ύπνωση το τραγούδι των σειρήνων, 
των δικών μας απατηλών σειρήνων. 
Μέσα μας βρίσκεται, μόνο που στη λήθη τον αφήσαμε, 
τον ξεχάσαμε, 
επιτρέψαμε να τον σκεπάσουν οι θόρυβοι 
και οι απόηχοι του ανερμάτιστου περίγυρου, 
τον καλύψαμε με γυαλιστερά κουρέλια του συρμού 
και κάπου σε μια γωνιά χωμένο τον κοιμίσαμε. 
Και είναι αυτός που γνωρίζει το δίκιο, 
είναι αυτός που προστατεύει τους αδύνατους, 
είναι αυτός που ξέρει να αγαπά, 
που προσφέρει χωρίς ανταλλάγματα, 
που κάνει κάθε δύσκολο αγώνα πανηγύρι, 
που θέλγεται από τα ουσιώδη, 
που ερωτεύεται το καλό και το όμορφο, 
που σταθερή κρατά την πορεία με πυξίδα αλάνθαστη το μυαλό και την καρδιά του.

Εμείς γι αλλού κινήσαμε και ακριβώς εκεί σκοπεύουμε να πάμε. Βάλαμε πλώρη για μια Ιθάκη και εκεί κάποτε θα φτάσουμε, 

και, πιστέψτε με αξίζει τον κόπο, 
αφού εκεί θα φτάσει ένας άλλος εαυτός μας, 
ο ιδανικός μας εαυτός, 
όπως αποκαλύφθηκε και, κατά το δυνατόν, 
τελειώθηκε στη διάρκεια της θαυμάσιας διαδρομής.
 www.hamomilaki.gr 

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Συνεπιβάτες στο πλοίο της ζωής

Μία διδακτική ιστορία εν όψει Χριστουγέννων...


Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε.
Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!

Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ....
ανακοινώσει το φοβερό νέο!
 -  Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!

Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε:
"Κύρ Ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε:
"Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα".

Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και του φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"

Και το βόδι απάντησε:
"Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου!"

Έτσι, ο καλός μας ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!

Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη.

Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι... Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα.

Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες…

Έτσι ο αγρότης «έσφαξε την κότα» για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!

Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο.

Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να «σφάξει το γουρούνι».

Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλίτωσε! Πέθανε! Στην κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι.

Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να «σφάξει το βόδι».

Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν'-έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη...

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ:
Χάσαμε την ανθρωπιά μας. και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας...!
Όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο.
Είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ' αυτό το πλοίο που λέγεται ζωή.
Ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας.
Eίμαστε σαν τις ίνες ενός υφάσματος.
Και αν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, το ύφασμα είναι άχρηστο...

ΤΕΛΙΚΑ
Εμείς είμαστε τα ποντικάκια..
Εμείς όμως είμαστε και οι κότες..
Εμείς και τα γουρούνια.
Εμείς και τα βόδια.
Δεν είναι αδύνατον να γελάμε, αν δεν γελάει ολόκληρη η γειτονιά.

Καλή χρονιά σε όλους...

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ